Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

Η Ανακάλυψη των Νησιών των Μπαχαρικών


   Στις 15 Αυγούστου του 1511, οι Πορτογάλοι, υπό τον Αντιβασιλέα των Πορτογαλικών Ινδιών Αφόνσο δε Αλμπουκέρκε και με την υποστήριξη των Κινέζων και άλλων Ασιατών εμπόρων, καταλαμβάνουν την πόλη της Μαλάκα και τον έλεγχο του κομβικότερου πορθμού της Ασίας. Ο Αλμπουκέρκε, έδωσε αμέσως εντολή να χτιστεί ένα φρούριο χρησιμοποιώντας πέτρες από το τζαμί και το νεκροταφείο της πόλης, ώστε οι Πορτογάλοι να είναι προετοιμασμένοι σε ενδεχόμενη αντεπίθεση από τους Μαλαϊνούς για να ανακαταλάβουν την πόλη. Αφού μετά από τρεις μήνες το φρούριο είχε χτιστεί και η νέα πορτογαλική αποικία είχε οργανωθεί πολιτικά και στρατιωτικά, ο Αλμπουκέρκε έστειλε τις πρώτες διπλωματικές αποστολές στις κοντινές χώρες της περιοχής όπως την Σουμάτρα, το Πεγκού που βρίσκεται στην σημερινή Μιανμάρ, και το Βασίλειο του Σιάμ (σημερινή Ταϊλάνδη), για τις οποίες είχε μάθει από τους εμπόρους της περιοχής. Είχε μάθει όμως και για την ύπαρξη κάποιων νησιών ανατολικότερα του πορθμού, στα οποία παράγονταν τα μπαχαρικά που έφταναν στην Μαλάκα και από εκεί διοχετεύονταν στους δυτικότερους προορισμούς. Χωρίς να χάσει χρόνο, ανάθεσε στον θαλασσοπόρο Αντόνιο δε Αμπρέου την αποστολή να πλεύσει ανατολικά και να ανακαλύψει τα νησιά που από τότε θα μείνουν στην Ιστορία ως Νησιά των Μπαχαρικών. 

  Ο Αντόνιο δε Αμπρέου απέπλευσε από την Μαλάκα με το πλοίο Σάντα Καταρίνα, ακολουθούμενος από δύο ακόμη πορτογαλικά πλοία. Στο ένα από αυτά, Πλοίαρχος ήταν ο Φρανσίσκο Σέραου. Οι Πορτογάλοι, είχαν μαζί τους και Μαλαϊνούς πιλότους οι οποίοι γνώριζαν την διαδρομή προς τα νησιά. Αφού τα πλοία βγήκαν από την νοτιοανατολική έξοδο του Πορθμού της Μαλάκα, έπλευσαν βόρεια της Ίαβα διαπλέοντας την ομώνυμη θάλασσα, συνέχισαν πλέοντας βόρεια των Μικρών Σουνδών μέχρι που έφτασαν στις Μολούκες. Πλησιάζοντας το Νησί Αμπόν, το πλοίο του Σεράου βυθίστηκε αλλά εκείνος πρόλαβε να σωθεί. Από το Αμπόν, τα υπόλοιπα δύο πλοία συνέχισαν νοτιοανατολικά, φτάνοντας στο Νησί Μπάντα όπου και κατέπλευσαν στις αρχές του 1512. Τα πλοία έμειναν εκεί για έναν περίπου μήνα, φορτώνοντας τα αμπάρια τους με μπαχαρικά μοσχοκάρυδου και γαριφάλου καθώς στο λιμάνι του νησιού συγκεντρωνόταν η παραγωγή μπαχαρικών από τα γύρω νησιά ώστε να διοχετευτούν με πλοία στους πιο μακρινούς προορισμούς. Οι Πορτογάλοι, σχεδόν έναν αιώνα μετά την εξόρμηση τους στην Θέουτα το 1415, είχαν φτάσει πλέον στην πηγή του πολύτιμου εμπορικού αγαθού των μπαχαρικών που για αιώνες έφτανε στην Μεσόγειο μέσω των μουσουλμάνων εμπόρων, επεκτείνοντας κι άλλο τον δικό τους εναλλακτικό Δρόμο του Μεταξιού, που είχαν ανακαλύψει μέσω των ωκεανών. Στο Νησί Μπάντα, ο Σεράου αγόρασε ένα πλοίο τύπου τζόγκα, αντικαθιστώντας έτσι το δικό του χαμένο πλοίο.   

   Με γεμάτα τα αμπάρια τους, τα πορτογαλικά πλοία απέπλευσαν από το Νησί Μπάντα με πρώτο προορισμό το Νησί Αμπόν. Καθώς ο Αμπρέου κατευθυνόταν προς το Αμπόν, ο Σεράου συνέχισε προς τις Μολούκες. Όταν πέρασε όμως βόρεια του Αμπόν, το πλοίο του παρασύρθηκε από μία καταιγίδα και προσάραξε σε έναν ύφαλο. Ο Σεράου κατάφερε να βγάλει το πλοίο προς τις ακτές του Αμπόν και να το επισκευάσει. Έπειτα, προσπάθησε να βρει τον στόλο του Αμπρέου αλλά η συνεχιζόμενη καταιγίδα τον εμπόδισε και έτσι, παρασυρόμενος από τους ανέμους και τα ρεύματα, έφτασε βορειότερα, στο νησί του Τερνάτε. Όταν εκείνος και το πλήρωμα του βγήκαν στην ακτή, τους εντόπισαν οι αυτόχθονες και τους αιχμαλώτισαν για να τους πάνε στον Σουλτάνο του νησιού, Μπαγιάν Σιρουλάχ (το Ισλάμ είχε εξαπλωθεί και στις Μολούκες από τον 15ο αιώνα). Ο Σουλτάνος, μαθαίνοντας πως οι Πορτογάλοι εκτός του ότι ήταν η πλέον ισχυρότερη δύναμη της περιοχής άφηναν χρήματα για να αγοράσουν τόνους μπαχαρικών και βλέποντας τις πανοπλίες, τα μουσκέτα αλλά και την ναυτική τους τεχνογνωσία, τους καλοδέχτηκε και προσέλαβε τον Σεράου στην υπηρεσία του, ορίζοντας τον επικεφαλής στο εμπόριο των μαχαρικών της περιοχής. Με αυτή την κίνηση, ο Σουλτάνος, είχε εξασφαλίσει την συμμαχία των Πορτογάλων η οποία θα τον προστάτευε από ενδεχόμενη επίθεση του γειτονικού εχθρικού νησιού Τιντόρ και παράλληλα την οικονομική ανάπτυξη του νησιού του. Με τον καιρό, ο Σεράου με τον Σουλτάνο ανέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις, ώστε ο Σουλτάνος να τον διορίσει προσωπικό του σύμβουλο. Έχοντας πλέον μια πολύ καλή ζωή στο νησί, ο Σεράου δεν επιδίωξε να επιστρέψει στην Μαλάκα. Ενώ ο Αμπρέου, αφού επέστρεψε στην Μαλάκα συνέχισε προς την Λισσαβόνα μέσω της Ινδίας. Δεν έφτασε όμως ποτέ, αφού πέθανε στις Αζόρες.  


  Ο Σεράου, έστειλε από το Τερνάτε μία επιστολή στον φίλο του Μαγγελάνο, περιγράφοντας τα Νησιά των Μπαχαρικών, ώστε ο Μαγγελάνος να εμπνευστεί το εγχείρημα, να πλεύσει δυτικά και, βρίσκοντας ένα θαλάσσιο πέρασμα μέσω του Νέου Κόσμου, να ανακαλύψει έναν δεύτερο - και ίσως συντομότερο - θαλάσσιο δρόμο προς τα Νησιά των Μπαχαρικών, μια πρόταση που ο Πορτογάλος Βασιλιάς απέρριψε αλλά την καλοδέχτηκαν οι Ισπανοί. Ο Μαγγελάνος με τον Σεράου, προς τραγική ειρωνεία της τύχης, δολοφονήθηκαν την ίδια περίοδο, ενώ λίγους μήνες μετά θα μπορούσαν να είχαν συναντηθεί. Ο Μαγγελάνος, δολοφονήθηκε τον Απρίλιο του 1521 κατά την μάχη των Πορτογάλων με τους Ιθαγενείς του νησιού Μανκτάν στις Φιλιππίνες. Ο Σερράου, αν και δεν υπάρχει κάποια καταγραφή από τους αυτόχθονες του Τερνάτε για το πότε και τον τρόπο που πέθανε, όταν τα πλοία του Μαγγελάνου υπό τον Ελκάνο έφτασαν στο απέναντι νησί του Τιντόρ τον Νοέμβριο του 1521 (οχτώ μήνες μετά τον θάνατο του Μαγγελάνου), ο χρονικογράφος που ακολουθούσε την Ισπανική αποστολή Αντόνιο Πιγκαφέτα, αναφέρει πως δεν είχαν περάσει οχτώ μήνες που ο Σουλτάνος του Τερνάτε είχε στείλει τον Σεράου στον Σουλτάνο του Τιντόρ, με τον οποίο εκείνη την περίοδο είχαν συμφωνήσει ειρήνη, για να διαπραγματευτεί την αγορά μπαχαρικών από το Τιντόρ ώστε να τα πουλήσει ακριβότερα στους ξένους εμπόρους που έφταναν στο Τερνάτε. Ο Σουλτάνος του Τιντόρ όμως δηλητηρίασε τον Σεράου ο οποίος πέθανε μετά από τέσσερις μέρες. 


  Με την άφιξη του Σεράου, και την ανοχή του Σουλτάνου του Τερνάτε, οι Πορτογάλοι δημιούργησαν για τις επόμενες δεκαετίες μια αποικία από την οποία έστελναν τα μπαχαρικά προς την Δύση. Το 1575 όμως, εκδιώχθηκαν από τους επαναστατημένους μουσουλμάνους μεταφέροντας την αποικία τους στο Νησί του Αμπόν από το οποίο εκδιώχθηκαν οριστικά από τους Ολλανδούς το 1605. Τον έναν - σχεδόν -αιώνα που οι Πορτογάλοι παρέμειναν στις Μολούκες, δεν κατάφεραν ποτέ να αποκτήσουν τον έλεγχο της ευρύτερης θαλάσσιας περιοχής λόγω του ότι ήταν πολύ απομακρυσμένη από την Πορτογαλία, η οποία είχε ήδη ξεπεράσει τις δυνατότητες της έχοντας υπό τον έλεγχο της το σύνολο των ακτών της Υποσαχάριας Αφρικής, ολόκληρο τον Ινδικό Ωκεανό και τις ακτές της Βραζιλίας. Έτσι, ανατολικότερα του Πορθμού της Μαλάκα, περιορίστηκαν απλώς στην δημιουργία μερικών αποικιών διατηρώντας την εμπορική τους ισχύ. Λίγα χρόνια μετά την άφιξη των Πορτογάλων, ο Μαγγελάνος έφερε και τους Ισπανούς στην περιοχή αρχίζοντας μια διαμάχη για το που οριζόταν ο αντιμεσημβρινός της Συνθήκης της Τορδεσίγιας. Η διαμάχη αυτή, κατέληξε στην Συνθήκη της Σαραγόσα το 1529 με την οποία τα Νησιά της Ασίας παρέμεναν στους Πορτογάλους και ο Ειρηνικός Ωκεανός περνούσε στους Ισπανούς. Πέρα των εμπορικών δραστηριοτήτων τους, οι Πορτογάλοι πραγματοποίησαν εξερευνήσεις στην ευρύτερη περιοχή , πολλές από τις οποίες παρέμειναν κρυφές και ίσως να μην μάθουμε ποτέ.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου