Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Νούνο Τριστάο: Η ανακάλυψη της Υποσαχάριας Αφρικής

  Το 1436, ο Αφόνσο δε Μπαλντάια, επιστρέφει στο Λάγος της Πορτογαλίας έχοντας αποτύχει να βρει και να αιχμαλωτίσει κάποιον αυτόχθονα στις άγονες ακτές της βορειοδυτικής Αφρικής ώστε να αποσπαστούν πολύτιμες πληροφορίες για την περιοχή και να χρησιμοποιηθεί ως διερμηνέας στις επερχόμενες εξερευνητικές αποστολές, παρά τα επιπλέον 200 χιλιόμετρα ακτών που είχαν ανακαλυφθεί. Η αποτυχημένη κατάληψη της Ταγγέρης από τους Πορτογάλους και η αιχμαλώτιση του αδελφού του Ερρίκου του Θαλασσοπόρου, Πρίγκιπα Φερνάνδου ο οποίος στην συνέχεια πέθανε αιχμάλωτος, ήταν ένα επιπλέον πλήγμα στην υπόθεση των ναυτικών εξερευνήσεων. Ο Ερρίκος όμως, είχε επενδύσει πολλά σε αυτό το εγχείρημα και δεν είχε σκοπό να το εγκαταλείψει. Επέλεξε έναν έμπιστο ιππότη του και του ανέθεσε να συνεχίσει την εξερεύνηση των Αφρικανικών, από εκεί που είχε σταματήσει ο Μπαλντάια. Αυτός ήταν ο Νούνο Τριστάο. 

  Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή της τελευταίας εξερευνητικής αποστολής, ο Νούνο Τριστάο, απέπλευσε από το Λάγος της Πορτογαλίας με μία καραβέλα, ακολουθώντας τον με μία ακόμη καραβέλα, ο Αντάο Γκονσάλβεζ. Κατευθυνόμενα τα δύο πλοία προς τον Ποταμό του Χρυσού, το πλοίο του Γκονσάλβεζ, ακολουθώντας της οδηγίες του Ερρίκου, παρέκκλινε της πορείας του για να κυνηγήσει φώκιες. Καθώς έπλεε κοντά στις ακτές, εντόπισε έναν νεαρό καμηλιέρη. Το πλήρωμα, τον αιχμαλώτισε και τον έφερε στο πλοίο. Από τον καμηλιέρη, ο Τριστάο και Γκονσάλβεζ έμαθε για έναν κοντινό ψαρότοπο νοτιότερα, ο οποίος προσελκύει πολλούς ντόπιους ψαράδες. Όταν έφτασε εκεί, πράγματι, βρήκε πολλούς ντόπιους ψαράδες, στους οποίους επιτέθηκε και κατάφερε να αιχμαλωτίσει δέκα από αυτούς. Έπειτα, επέστρεψε στην Πορτογαλία ενώ ο Τριστάο συνέχισε να πλέει νότια φτάνοντας μέχρι το Λευκό Ακρωτήριο (Cape Banc), εκεί που σήμερα συνορεύει η Δυτική Σαχάρα με την Μαυριτανία. Από εκεί επέστρεψε και εκείνος στην Πορτογαλία. 

Η πρώτη αγορά σκλάβων της Ευρώπης, ως
μουσείο πλέον, στο Λάγος της Πορτογαλίας.
  Ο Ερρίκος, ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα της αποστολής, όρισε και πάλι τον Νούνο Τριστάο να συνεχίσει την εξερεύνηση των ακτών. Ο Τριστάο, απέπλευσε το 1443 από το Λάγος. Περνόντας νοτιότερα του Λευκού Ακρωτηρίου, έφτασε στον Κόλπο του Αργκίν. Εκει, εντόπισε ένα χωριό στο οποίο και επιτέθηκε, αιχμαλωτίζοντας 14 από τους χωρικούς. Επιστρέφοντας στην Πορτογαλία, ο Τριστάο, ανέφερε στον Ερρίκο το πόσο εύκολη ήταν η αιχμαλώτιση των ντόπιων και το πόσο επικερδές θα είναι το να πουληθούν σαν σκλάβοι. Το νέο αυτό, προσέλκυσε και άλλους εμπόρους της περιοχής. Σύντομα, όλο και περισσότερα πλοία έφταναν στις Αφρικανικές ακτές για την αιχμαλώτιση των ιθαγενών για να τους πουλήσουν στην πρώτη αγορά σκλάβων της Ευρώπης που δημιουργήθηκε στο Λάγος. Ένα μελανό κεφάλαιο για την ανθρωπότητα, εκείνο του δουλεμπορίου, μόλις είχε αρχίσει. 


  Το 1445, ο Τριστάο, απέπλευσε και πάλι από το Λάγος για τον Κόλπο του Αργκίν. Όταν έφτασε όμως, βρήκε το χωριό κατεστραμμένο και εγκαταλελειμμένο από τις επιδρομές των Πορτογάλων εμπόρων. Έτσι, συνέχισε να πλέει νοτιότερα. Καθώς έπλεε κοντά στις ακτές, έφτασε στο σημείο όπου η έρημος τελειώνει και αρχίζουν τα τροπικά δάση της Αφρικής. Εκεί, είδε πως οι αυτόχθονες δεν ήταν πια μελαμψοί αλλά νέγροι. Αυτό, αποτελούσε ήδη μια σημαντική γεωγραφική ανακάλυψη. Ο Τριστάο, έφτασε στις εκβολές του Ποταμού Σενεγάλη. Οι τροπικές καταιγίδες όμως, τον εμποδίσαν να τον εξερευνήσει και έτσι κατευθύνθηκε και πάλι προς τον Κόλπο του Αργκίν, αιχμαλωτίζοντας 21 ιθαγενείς. Επιστρέφοντας στο Λάγος, ανέφερε στον Ερρίκο πως ανακάλυψε την Υποσαχάρια Αφρική ονομάζοντας την περιοχή “Terra dos Guineus” (Γη των Μαύρων), από την λέξη “Αγκινάουι” που χρησιμοποιούσαν οι Μαυριτανοί για τους νέγρους. Από εκείνη την ονομασία, προέρχεται και η ονομασία των χωρών της Γουινέας και της Γουινέας Μπισάου.   Οι Πορτογάλοι έμποροι, στην προοπτική μιας νέας περιοχής για αιχμαλώτιση σκλάβων, επιχείρησαν σειρά από επιδρομές. Όμως, η πυκνή βλάστηση της ζούγκλας σε αντίθεση με την ανοιχτή έρημο καθώς και η επιθετικότητα των φυλών της περιοχής, δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα και ζημιές στους δουλέμπορους, αναγκάζοντας τους να εγκαταλείψουν την περιοχή. 

   Το επόμενο έτος, ο Τριστάο έκανε ένα ακόμα ταξίδι προς τις Αφρικανικές ακτές. Αυτή την φορά, έφτασε στις εκβολές ενός μεγάλου ποταμού, νοτιότερα του Ακρωτηρίου Βερτ (εκεί που σήμερα βρίσκεται η πόλη Ντακάρ). Εκεί, ο Τριστάο, μαζί με 22 άνδρες του πληρώματος, μπήκε σε μία βάρκα και κατευθύνθηκε προς το ποτάμι ψάχνοντας για κάποιον οικισμό ώστε να αιχμαλωτίσει σκλάβους. Κατά την εξερεύνηση όμως, έπεσε σε μία ενέδρα από 13 πιρόγες και 80 οπλισμένους ιθαγενείς. Εκτώς από λίγους που κατάφεραν να διαφύγουν, ο Τριστάο με τους υπόλοιπους, σκοτώθηκαν από δηλητηριώδη βέλη. Στην συνέχεια, οι ιθαγενείς, κατέλαβαν την καραβέλα που περίμενε στις εκβολές του ποταμού την οποία - μη γνωρίζοντας πως να την χρησιμοποιήσουν - διέλυσαν και πήραν τα κομμάτια της στους οικισμούς τους. Ο ποταμός που σκοτώθηκε ο Τριστάο, ήταν το πιο μακρινό σημείο που είχαν φτάσει μέχρι τότε οι Πορτογάλοι. Παρόλο που δεν είναι βέβαιο αν ο ποταμός αυτός ήταν ο Γκάμπια, ο Γκέμπα ή ο Νούνεζ, παραδοσιακά, ο Τριστάο είχε πιστωθεί την ανακάλυψη της Πορτογαλικής Γουινέας, γνωστής σήμερα ως Γουινέα - Μπισάου. 

    Μετά τον θάνατο του Τριστάο, ο Ερρίκος, απογοητευμένος, θα σταματήσει τις εξερευνήσεις. Για μία δεκαετία, οι Πορτογάλοι δεν θα πραγματοποιήσουν καμία εξερευνητική εξόρμηση. Μέχρι την εμφάνιση του Αλβίσε Κανταμόστο, το 1455.  

  




     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου