Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2017

Βάσκο ντα Γκάμα: Το Πρώτο Ταξίδι στην Ινδία


Η επιστροφή του Βαρθολομαίου Ντιάζ στην Λισσαβόνα το 1489 και το σπουδαίο νέο που έφερε με την ανακάλυψη του θαλάσσιου περάσματος νότια της Αφρικής που οδηγούσε από τον Ατλαντικό προς τον Ινδικό Ωκεανό, ενθουσίασε τους Πορτογάλους οι οποίοι είδαν πως μόλις είχε γίνει ένα σημαντικό και καθοριστικό βήμα, στις προσπάθειες που είχαν αρχίσει πριν από εβδομήντα χρόνια, από τον Ερρίκο τον Θαλασσοπόρο, για την εξεύρεση του θαλάσσιου δρόμου προς την Ινδία. Έτσι, ο Βασιλιάς της Πορτογαλίας, Ιωάννης ο Δεύτερος, έδωσε την εντολή να προετοιμαστεί και να οργανωθεί όσο καλύτερα γίνεται η επόμενη αποστολή, που θα άνοιγε τον απευθείας δρόμο από την Ευρώπη προς την Ινδία

  Καθώς είχαν αρχίσει να ναυπηγούνται τα δύο πρώτα πλοία της αποστολής (το Σάο Ραφαέλ και το Σάο Γκαμπριέλ) την ναυπήγηση των οποίων επέβλεπε ο Βαρθολομαίος Ντιάζ, ο Βασιλιάς Ιωάννης, είχε στείλει δύο κατασκόπους, τον Περό ντε Κοβιλιά και τον Αφόνσο δε Πραΐβα, μεταμφιεσμένους σε εμπόρους και εκπαιδευόμενους χαρτογράφους, να ταξιδέψουν οδοιπορικώς προς την Ινδία διερχόμενοι τα μουσουλμανικά εδάφη. Η αποστολή τους, ήταν να συλλέξουν κάθε πληροφορία που θα ήταν χρήσιμη από τα μέρη που θα περνούσαν οι Πορτογαλικές καραβέλες, ώστε να είναι κατάλληλα προετοιμασμένες. Μια τέτοια ναυτική αποστολή, απαιτούσε χρόνια προετοιμασίας ώστε να οργανωθεί με τον καλύτερο τρόπο. Αν και τα νέα το 1492 με τις ανακαλύψεις του Κολόμβου επίσπευσαν την διαδικασία, ο θάνατος του Βασιλιά Ιωάννη στις 25 Οκτωβρίου του 1495, δεν θα πτοήσει τους Πορτογάλους. Τον θρόνο, θα αναλάβει ο ξάδελφος του Εμμανουήλ ο Πρώτος ο οποίος συνέχισε πιστά την προετοιμασία. Το μόνο που είχε μείνει, ήταν να επιλέξει έναν σπουδαίο και ικανό άνδρα ώστε να βγάλει εις πέρας την αποστολή. Αυτός ήταν ο Βάσκο ντα Γκάμα.

  Ο Βάσκο ντα Γκάμα, γεννήθηκε στο Σινές της Πορτογαλίας το 1460. Από τα είκοσι του χρόνια, είχε ταχθεί στο Τάγμα των Ιπποτών του Σαντιάγο όπου αρχηγός του ήταν ο Πρίγκιπας ακόμα τότε, Ιωάννης ο Δεύτερος. Με την ενθρόνιση του Ιωάννη, άρχισε και η δράση του Βάσκο ντα Γκάμα στην θάλασσα. Ο Ιωάννης, του είχε αναθέσει την αποστολή, να αιχμαλωτίσει κάποια Γαλλικά πλοία που βρισκόντουσαν στο Σετουμπάλ ως αντίποινα για τις λεηλασίες που είχαν κάνει κάποια άλλα Γαλλικά πλοία, εις βάρος των Πορτογαλικών. Βγάζοντας εις πέρας την αποστολή αυτή, ο Βάσκο ντα Γκάμα, ορίστηκε από τον Βασιλιά να αναλάβει την υπεράσπιση των πορτογαλικών κτίσεων της Αφρικής αλλά και των πορτογαλικών πλοίων, που εκείνη την εποχή δεχόντουσαν συχνές επιδρομές από τους Γάλλους. Η αποτελεσματικότητα του, ήταν εκείνη που έκανε τον νεοθρονιζόμενο Βασιλιά Εμμανουήλ, να τον ορίσει ως επικεφαλή στο πρώτο ταξίδι για την Ινδία.



Ρεπλίκα του Σάο Γκαμπριέλ στο Ναυτικό Μουσείο
 της Λισσαβόνας

Στις 8 Ιουλίου του 1497, Ένας στόλος από τέσσερα πλοία (Το Σάο Γκαμπριέλ όπου ήταν πλοίαρχος ο Ντα Γκάμα, το Σάο Ραφαέλ, Το Μπέριο και το Σάο Μιγκέλ), απέπλευσε από την Λισσαβόνα. Τα πληρώματα, είχαν στελεχωθεί με έμπειρους ναυτικούς που είχαν συμμετάσχει και σε προηγούμενες εξερευνητικές αποστολές. Τα πλοία, ήταν εφοδιασμένα με διάφορα εμπορεύματα από την Πορτογαλία, μαρμάρινες κολόνες τις οποίες οι Πορτογάλοι ονόμαζαν "προστάτες" και τις έστηναν στις νέες περιοχές που ανακάλυπταν έτσι ώστε να κατοχυρώσουν τα εδάφη, καθώς και επιστολές του Βασιλιά Εμμανουήλ προς τους Βασιλείς των χωρών που θα έφταναν τα πλοία.

  Τα πλοία του Βάσκο ντα Γκάμα, αφού πέρασαν από τα Κανάρια Νησιά και τα νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου, συνέχισαν να πλέουν νότια. Έχοντας μελετήσει τις πληροφορίες που έφερε ο Βαρθολομαίος Ντιάζ από το ταξίδι του, ο Ντα Γκάμα, αντί να πλεύσει προς τον κόλπο της Γουινέας ώστε να βρίσκεται κοντά στις ακτές, συνέχισε να πλέει νότια ώστε να αποφύγει τα αντίθετα ρεύματα. Στις 4 Νοεμβρίου του 1497, τα πλοία προσέγγισαν και πάλι τις Αφρικανικές ακτές, λίγο βορειότερα από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Οι καταιγίδες και οι νότιοι άνεμοι που επικρατούσαν στην περιοχή, έκαναν το πέρασμα αδύνατο για τα πλοία, παρά τις συνεχείς προσπάθειες. Τότε, ο Ντα Γκάμα, σκέφτηκε έναν άλλο τρόπο. Απομακρύνθηκε και πάλι από τις στεριές και, αποφεύγοντας τις καταιγίδες της περιοχής, έκανε μία μεγάλη κυκλική διαδρομή περιπλέοντας ανοιχτά το νότιο άκρο της Αφρικής. Στις 16 Δεκεμβρίου του 1497, έφτασε στις εκβολές του ποταμού Great Fish River. Ο Βάσκο ντα Γκάμα, είχε φτάσει ήδη 20 χλμ ανατολικότερα από το σημείο που είχε φτάσει ο Ντιάζ. Το τίμημα όμως, ήταν η απώλεια του ενός από τα τέσσερα πλοία, του Σάο Μιγκέλ, το οποίο εξ αιτίας μιας πυρκαγιάς, κάηκε ολοσχερώς.


  
 Τον Ιανουάριο του 1498, μετά από ένα εξαντλητικό ταξίδι, τα πλοία έφτασαν στις ακτές της Μοζαμβίκης και συγκεκριμένα στο ομώνυμο νησί. Καθώς το νησί κατοικούταν από μουσουλμάνους, ο Ντα Γκάμα, προσποιούμενος και ο ίδιος τον μουσουλμάνο, έκανε τις πρώτες επαφές του με τους ντόπιους μέχρι που τον καλοδέχθηκε ο Σουλτάνος του Νησιού. Ο Σουλτάνος, του παραχώρησε δύο πλοηγούς οι οποίοι θα τον βοηθούσαν να φτάσει στην Ινδία. Μια σειρά λαθών όμως του πληρώματος, αποκάλυψαν την πραγματική θρησκεία των Πορτογάλων. Τότε, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν βιαστικά το νησί καθώς οι ντόπιοι είχαν γίνει πλέον εχθρικοί. Τα Πορτογαλικά πλοία, φεύγοντας, βομβάρδισαν το νησί, έχοντας πάρει και ως αιχμάλωτους τους δύο πλοηγούς. Ο Βάσκο ντα Γκάμα, συνέχισε να πλέει βόρεια και κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Ινδίας. Ο ένας από τους δύο αιχμαλώτους πλοηγούς, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει και να τον οδηγήσει προς την Ινδία. Αν και ο Ντα Γκάμα δέχθηκε την βοήθεια του, σύντομα κατάλαβε πως ο πλοηγός προσπαθούσε να τους παγιδέψει, οδηγώντας τα πλοία σε κάποιο εχθρικό έδαφος. Καθώς εκείνη την εποχή το μίσος μεταξύ των χριστιανών και τον μουσουλμάνων ήταν έντονο, κατά την διάρκεια του ταξιδιού, τα Πορτογαλικά πλοία, επιτίθονταν και λεηλατούσαν κάθε αραβικό πλοίο που συναντούσαν.

   Τον Φεβρουάριο του 1498, τα πλοία έφτασαν στην Μομπάσα αλλά λόγω της εχθρικής υποδοχής που είχαν δεν έμειναν για πολύ και συνέχισαν το ταξίδι τους, καταπλέοντας στο λιμάνι του Μαλιντί το οποίο βρισκόταν 100χλμ βορειότερα. Σε αντίθεση με τα δύο προηγούμενα λιμάνια, στο Μαλιντί βρήκαν φιλόξενη υποδοχή. Ο Σουλτάνος της περιοχής, αφού καλοδέχθηκε τον Βάσκο ντα Γκάμα, του παραχώρησε έναν από τους καλύτερους πλοηγούς του, τον Αχμέντ Ιμπν Μαζίντ, ο οποίος, γνωρίζοντας καλά τις ιδιαιτερότητες της περιοχής, τον οδήγησε στις ινδικές ακτές. Έτσι, στις 20 Μαΐου του 1498, τα πλοία έφτασαν στην Καλικούτη (σημερινή πόλη Κοζικόντε, της Ινδίας). Οι Πορτογάλοι, μόλις είχαν πραγματοποιήσει το πρώτο ταξίδι από την Ευρώπη προς την Ινδία, περιπλέοντας την Αφρική.

   Καθώς τα πλοία είχαν αγκυροβολήσει ανοιχτά του λιμανιού, την επόμενη μέρα, είχε συγκεντρωθεί στην ακτή πλήθως από Ινδούς οι οποίοι κοιτούσαν με περιέργεια τις πρωτόγνωρες για εκείνους Πορτογαλικές καραβέλες. Δύο Μαυριτανοί οι οποίοι μιλούσαν τα γνώριμα για τους Πορτογάλους Καστιλιάνικα, πλησίασαν με μία βάρκα το πλοίο του Βάσκο ντα Γκάμα. Προσπαθώντας να κατανοήσουν πώς ήταν δυνατόν να βρεθούν εκεί τα Πορτογαλικά πλοία καθώς πίστευαν πως δεν υπήρχε θαλάσσια σύνδεση μεταξύ του Ινδικού και του Ατλαντικού Ωκεανού, ρώτησαν τον Ντα Γκάμα τι ήταν εκείνο που έψαχνε ώστε να φτάσει εκεί. Έκπληκτος ο Ντα Γκάμα που βρήκε στην Ινδία κάποιον να μιλά Καστιλιάνικα, του απάντησε πως ψάχνει για χριστιανούς και μπαχαρικά. 

   Όταν επέστρεψε ο άρχοντας της περιοχής ο οποίος βρισκόταν σε μια άλλη πόλη, έμαθε για την άφιξη του Ντα Γκάμα και τον κάλεσε για να τον φιλοξενήσει. Ο Ντα Γκάμα, δέχθηκε. Μια πομπή από τρεις χιλιάδες οπλισμένους ντόπιους στρατιώτες, τον οδήγησαν στον άρχοντα. Ο Ντα Γκάμα, του παρουσίασε τα δώρα των Πορτογάλων εκ μέρους του Βασιλιά της Πορτογαλίας τα οποία ήταν μανδύες, καπέλα, ζάχαρη, κοράλια και έξι χάλκινες μινιατούρες πλοίων. Τα δώρα αυτά όμως, δεν εντυπωσίασαν τον άρχοντα ενώ οι αυλικοί του τα χλεύαζαν. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι σχέσεις μεταξύ τον Πορτογάλων και των Ινδών, άρχισαν να χαλάνε. Σε αυτό, βοήθησε η επιρροή των μουσουλμάνων εμπόρων οι οποίοι βλέποντας το μονοπώλιο τους στην περιοχή να απειλείται, με αφορμή και τις επιθέσεις των Πορτογάλων στα διερχόμενα αραβικά πλοία κατά τον ερχομό τους, έπεισαν τον Ινδό άρχοντα πως τα πλοία του Βάσκο ντα Γκάμα, δεν είχαν σταλθεί από τον Βασιλιά της Πορτογαλίας αλλά ήταν πειρατικά.

Η Άφιξη του Βάσκο ντα Γκάμα στην Ινδία
   Τελικά, ο Άρχοντας της Ινδίας, αν και δέχθηκε την επιστολή του Βασιλιά της Πορτογαλίας, δεν δέχθηκε να συνάψει κάποια εμπορική συμφωνία. Απλά επέτρεψε στον Ντα Γκάμα, να πουλήσει τα εμπορεύματα που είχε φέρει μαζί του. Του ζήτησε όμως να πληρώσει σε χρυσό τους καθιερωμένους δασμούς, κάτι που ο Ντα Γκάμα αρνήθηκε καθώς το θεώρησε προσβλητικό. Τότε, οι Ινδοί ζήτησαν από τους Πορτογάλους να αφήσουν τα εμπορεύματα τους ως ενέχυρο. Ο Ντα Γκάμα, συμφώνησε με την προϋπόθεση πως μαζί θα έμεναν και εβδομήντα από τους άνδρες του ώστε να φτιάξουν μία αποθήκη και να φυλάνε τα εμπορεύματα.

   Τα Πορτογαλικά πλοία, αναχώρησαν αιφνιδιαστικά από την Καλικούτη, στις 29 Αυγούστου του 1498. Ο Ντα Γκάμα όμως, αγνοούσε το φαινόμενο των μουσώνων οι οποίοι εκείνη την εποχή φυσούσαν αντίθετα της πορεία του. Μην μπορώντας να φτάσει στις ακτές της Αφρικής, αναγκάστηκε να κατευθυνθεί βόρεια όπου και αγκυροβόλησε στην περιοχή της Γκόα, κοντά στις ακτές του μικρού νησιού Ανζεντίβα. Τα πλοία έμειναν εκεί, μέχρι τις 3 Οκτωβρίου του 1498. Τότε, μην βλέποντας να αλλάζει κάτι στην κατεύθυνση των ανέμων, ο Ντα Γκάμα πήρε την απόφαση να συνεχίσει, περνώντας από την φουρτουνιασμένη Αραβική θάλασσα. Τα πλοία έφτασαν και πάλι στο Μαλιντί, στις 7 Ιανουαρίου του 1499 μετά από ένα οδυνηρό και εξαντλητικό ταξίδι όπου οι μισοί του άνδρες είχαν πεθάνει, και πολλοί από αυτούς που είχαν επιβιώσει, είχαν πάθει σκορβούτο με συνέπεια τα πληρώματα να μην επαρκούν και για τα τρία πλοία. Αυτό ανάγκασε τον Βάσκο ντα Γκάμα, σε κάποιο σημείο ανοιχτά των ανατολικών ακτών της Αφρικής, να διατάξει την Βύθιση του São Rafael, και να μοιράσει τους άνδρες που είχαν απομείνει, στα άλλα δύο πλοία.

  Στις 20 Μαρτίου του 1499, τα πλοία πέρασαν το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πλέον έπλεαν ανοιχτά των γνώριμων δυτικών αφρικάνικων ακτών. Οι δυσάρεστες εκπλήξεις όμως για τον Βάσκο ντα Γκάμα, δεν είχαν σταματήσει. Ο αδελφός του Πάολο, είχε πέσει σε βαρύ πυρετό. Έτσι έδωσε εντολή στο πλοίο Μπέριο να συνεχίσει προς την Λισαβόνα, και εκείνος με το Σάο Γκαμπριέλ κατευθύνθηκε προς το νησί Σάο Τιάγκο. Όταν έφτασε εκεί, ανέθεσε στον Ζοάο ντε Σα να πάει το πλοίο στην Λισαβόνα και εκείνος έμεινε στο νησί προσπαθώντας να γιατρέψει τον αδελφό του. Το Μπέριο έφτασε στην Λισσαβόνα στις 10 Ιουλίου του 1499 και λίγες μέρες αργότερα, έφτασε και το Σάο Γκαμπριέλ. Ο Βάσκο ντα Γκάμα με τον αδελφό του, συνέχισε το ταξίδι προς την Λισσαβόνα με κάποιο άλλο διερχόμενο πορτογαλικό πλοίο. Στην διαδρομή όμως, ο Πάολο θα υποκύψει στον πυρετό. Έτσι, ο Βάσκο ντα Γκάμα, σταμάτησε στο νησί Τερσέιρα των Αζόρων, όπου και έθαψε τον αδελφό του στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου.
  
  Τελικά ο Βάσκο ντα Γκάμα, έφτασε στη Λισαβόνα στις 29 Αυγούστου του 1499. Μέσα σε ένα πανηγυρικό κλίμα, οι Πορτογάλοι τον υποδέχθηκαν σαν ήρωα. Μία θριαμβευτική πομπή, τον οδήγησε στον Βασιλιά Εμμανουήλ, ο οποίος του απέδωσε τις ανάλογες τιμές και επιβραβεύσεις. Οι Πορτογάλοι μόλις είχαν ανακαλύψει τον δρόμο για την Ινδία. Πλέον είχαν σπάσει το μονοπώλιο των Βενετών και Γενουατών στην Μεσόγειο και των μουσουλμάνων στην μέση ανατολή, περιπλέοντας την Αφρική. Τα επερχόμενα κέρδη για τους Πορτογάλους, ήταν μεγάλα. Από αυτά, χτίστηκε και το Μοναστήρι των Ιερώνυμων στην Μπελέμ (εκεί σήμερα βρίσκεται και ο τάφος του Βάσκο ντα Γκάμα). Το πρώτο ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα προς τις Ινδίες άλλαξε κατά πολύ τις εμπορικές ισορροπίες. Αν και το επίτευγμα ήταν μεγάλο, ανάλογο ήταν και το τίμημα. Από τα τέσσερα πλοία που έφυγαν, επέστρεψαν τα δύο και από τους 148 άνδρες που συμμετείχαν στην αποστολή, επέστρεψαν  οι 55.




  Ο Βάσκο ντα Γκάμα έκανε δύο ακόμα ταξίδια προς την Ινδία τα οποία ήταν καθοριστικά για την κυριαρχία των Πορτογάλων στις δυτικές ακτές της Ινδίας. Το δεύτερο ταξίδι των Πορτογάλων προς την Ινδία ηγήθηκε ο Πέντρο Αλβάρεζ Καμπράλ ο οποίος στην διαδρομή ανακάλυψε την Βραζιλία. Αν και το ταξίδι του Καμπράλ στέφθηκε με επιτυχία, στο επόμενο ταξίδι προς την Ινδία, ο Βασιλιάς της Πορτογαλίας επέλεξε να το αναθέσει στον εμπειρότερο Βάσκο ντα Γκάμα, κάτι που ενόχλησε τον Καμπράλ.

  Το δεύτερο ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα, στέφθηκε με επιτυχία αν και οι αγριότητες του προκειμένου να επιβληθεί στην περιοχή ήταν μεγάλες. Ευνόησαν όμως και οι συγκυρίες. Καθώς το 1503 άρχισε ο πόλεμος μεταξύ του άρχοντα της Καλικούτης και του άρχοντα του γειτονικού Κοτσί, ο δεύτερος, προκειμένου να εξασφαλίσει την βοήθεια και την προστασία των Πορτογάλων, παραχώρησε στον Βάσκο ντα Γκάμα... γη και ύδωρ. Έτσι καθιερώθηκε η πρώτη πορτογαλική αποικία στην Ασία. Έπειτα από δέκα χρόνια ως κυβερνήτης της αποικίας, ο Ντα Γκάμα επέστρεψε στην Πορτογαλία όπου στην συνέχεια έζησε στην Έβορα μια μοναχική ζωή. Η αποτελεσματικότητα του όμως, ήταν εκείνη που θα κάνει τον Βασιλιά της Πορτογαλίας να τον ξανακαλέσει για το τρίτο του ταξίδι το 1524 καθώς η αναποτελεσματικότητα του Δουάρτε δε Μενένσες ο οποίος τον είχε αντικαταστήσει, άρχισε να θέτει σε κίνδυνο την αποικία. Αυτό όμως ήταν και το μοιραίο ταξίδι του Βάσκο ντα Γκάμα. Λίγο μετά τον κατάπλου του στην Γκόα της Ινδίας, πέθανε από ελονοσία.

   Ο Βάσκο ντα Γκάμα, είναι από τις σημαντικότερες μορφές στην ιστορία των ναυτικών ανακαλύψεων. Πραγματοποίησε το όραμα του Ερρίκου του Θαλασσοπόρου και τον διακαή πόθο των Ευρωπαίων να ανοίξουν έναν εμπορικό δρόμο προς την Ασία που να μην ελέγχεται από τις μουσουλμανικές χώρες. Ο νέος αυτός δρόμος, ανέτρεψε τα εμπορικά δεδομένα της εποχής και μετέτρεψε την Πορτογαλία από ένα μικρό βασίλειο στην άκρη της Ευρώπης, σε εμπορικό κέντρο του Κόσμου. 

Ο τάφος του Βάσκο ντα Γκάμα στο Μοναστήρι των Ιερωνύμων, στην περιοχή Μπελέμ της Λισσαβόνας

2 σχόλια:

  1. Το ακρωτηριο Ακουλας,ειναι και τωρα το ιδιο επικινδυνο με τα συνχρονα πλοια οπως και τοτε,ρευματα,βουβο κυμα ακομα και αν δεν εχει κακο καιρο,
    Ειναι νοτιο ανατολοκα της πολης του Ακρωτηριου[Κειπ-Ταουν] οπου ενωνωνται οι δυο ωκεανοι!Δεος για τα κατωρθωματα των Ανδρων αυτων που και η ναυσιπλοια τους χρωστα πολλα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βασικά, ο Αγκούλας (όπως το λέμε και στα πλοία) είναι το νοτιότερο ακρωτήριο της Αφρικής και όταν το πιάσουν οι καιροί, πραγματικά υποφέρεις ακόμα και σήμερα με πλοία μακρύτερα των 200 μέτρων.

      Διαγραφή