Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Το Νησί των Χριστουγέννων



   Στον Ανατολικό Ινδικό Ωκεανό, περίπου διακόσια ναυτικά μίλια (370 χλμ.) νοτιοδυτικά των ακτών της Ιάβα, βρίσκεται το Νησί των Χριστουγέννων. Η γεωγραφική του έκταση, είναι όσο περίπου το νησί της Κέας των Κυκλάδων (135 χλμ2). Από την ονομασία του και μόνο, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πως το νησί αυτό σχετίζεται με τις γιορτές των Χριστουγέννων. Η πραγματικότητα όμως, είναι κάπως διαφορετική. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1600, ιδρύθηκε η Αγγλική (μετέπειτα Βρετανική) Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών με σκοπό την είσοδο των Άγγλων στο Ασιατικό εμπόριο στο οποίο μέχρι το 1580 μονοπωλούσαν οι Πορτογάλοι μέσω της διαδρομής του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Όταν ιδρύθηκε η εταιρία, οι Πορτογαλία είχε προσαρτηθεί στην Ισπανία, έτσι ώστε η αναφερόμενη ιστορικά και ως Ιβηρική Ένωση, να έχει τον απόλυτο έλεγχο του Ασιατικού εμπορίου, τόσο μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας όσο και μέσω του Πορθμού του Μαγγελάνου. Οι Άγγλοι, όπως και οι Ολλανδοί με τους οποίους είχαν κοινό εχθρό την Ισπανική Αυτοκρατορία, άρχισαν να υποσκάπτουν τα εμπορικά συμφέροντα της Ισπανίας παρεισφρέοντας στο Ασιατικό εμπόριο και καταλαμβάνοντας σταδιακά πολλές από τις αποικίες των Ιβήρων. 

   Από το 1601, τα πλοία της Αγγλικής Εταιρίας των Ανατολικών Ινδιών, άρχισαν να διασχίζουν τον Ινδικό Ωκεανό μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, ιδρύοντας το 1603 την πρώτη τους αποικία στην Ασία, στις δυτικές ακτές της Ιάβα. Το Μπαντάμ. Από τότε, τα ταξίδια των Άγγλων μεταξύ της Αγγλίας και της Ιάβα, ήταν τακτικά. Σε κάποιο από εκείνα τα ταξίδια, γίνεται η πρώτη αναφορά για ένα μικρό νησί που βρίσκεται νοτιότερα της Ιάβα, από τον Άγγλο θαλασσοπόρο Ρίτσαρντ Ρόου. Κατά τον διάπλου του από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας προς τον Πορθμό Σούντα που χωρίζει την Ιάβα από την Σουμάτρα, ο Ρόου, πλέοντας μερικά μίλια νοτιότερα από την καθιερωμένη πορεία, στις 3 Φεβρουαρίου του 1615 εντόπισε το νησί χωρίς να το προσεγγίσει. Η επόμενη αναφορά για το νησί, έρχεται είκοσι οχτώ χρόνια μετά. Ο Άγγλος Ουίλιαμ Μάινορς με το πλοίο Βασίλισσα Μαίρη, εντόπισε το νησί στις 25 Δεκεμβρίου του 1643, ανήμερα της γιορτής των Χριστουγέννων. Λόγω της ημέρας, ο Μάινορς έδωσε στο νησί το σημερινό του όνομα, Νησί των Χριστουγέννων. Το νησί, καταγράφεται για πρώτη φορά σε χάρτη το 1666 από τον Ολλανδό Πίετερ Γκόος, με την αγνώστου προελεύσεως ονομασία “Μόνι” που μάλλον δόθηκε από κάποιον Ολλανδό θαλασσοπόρο που επίσης εντόπισε το νησί σε κάποιο ταξίδι του από την Ολλανδία προς την Μπατάβια. 


   Ο πρώτος καταγεγραμμένος Ευρωπαίος που αποβιβάστηκε στο νησί, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που περιέπλευσε την Γη τρεις φορές. Ο Άγγλος Ουίλιαμ Ντάμπιερ. Ο Ντάμπιερ με το πλοίο Σάιγνετ, πλέοντας από τις βορειοδυτικές ακτές της Αυστραλίας προς τον Ινδικό Ωκεανό, περνώντας νότια της Ιάβα, εντόπισε το νησί, τον Μάρτιο του 1688. Κατέπλευσε στις δυτικές του ακτές και κατά την σύντομη παραμονή του, διαπίστωσε πως το καλυμμένο από ζούγκλα αυτό νησί, ήταν ακατοίκητο. Μετά την ανακάλυψη του, το νησί παρέμεινε αδιάφορο για τους ευρωπαίους, καθώς δεν είχε κάποιο εμπορικό ή στρατηγικό ενδιαφέρον, μέχρι που στα μέσα του 19ου αιώνα, οι Βρετανοί άρχισαν να το εξερευνούν. Το 1857, πραγματοποιείται η πρώτη οργανωμένη εξερεύνηση του νησιού από το Βρετανικό πλοίο Αμέθυστος. Περίπου δεκαπέντε χρόνια αργότερα, από το νησί περνά το πλοίο Τσάλεντζερ όπου ο Βρετανός ωκεανογράφος Τζον Μάρεϊ κάνει τις δικές του επιστημονικές παρατηρήσεις και συλλέγει γεωλογικά ευρήματα από την περιοχή. Στα ευρήματα αυτά, παρατηρείται η ύπαρξη φωσφορικού ασβεστίου, κάτι που θα κάνει τους Βρετανούς να στείλουν περαιτέρω εξερευνητικές αποστολές στο νησί.  Το 1886, φτάνει στο νησί το Βρετανικό πλοίο Φλάινγκ Φις, όπου ο πλοίαρχος του Τζον Μακλίρ, ανακαλύπτει ένα ασφαλές αγκυροβόλιο σε έναν κόλπο που βρίσκεται στην βόρεια άκρη του νησιού. Ο κόλπος αυτός, σήμερα έχει την ονομασία του πλοίου, την οποία υιοθέτησε και ο οικισμός του νησιού που ιδρύθηκε αργότερα (Flying Fish Cove). Καθώς το πλοίο Φλάινγκ Φις έφτασε στο νησί για ερευνητικούς σκοπούς, η ομάδα επιστημόνων που έφερε μαζί του, εξερεύνησε το νησί συλλέγοντας δείγματα από την χλωρίδα και την πανίδα του. 

   Ένα χρόνο αργότερα, το 1887, φτάνει στο νησί ο Βρετανός εξερευνητής Πέλαμ Άλντριχ με το πλοίο Ετζίρια. Ο Άλντριχ, έμεινε στο νησί για δέκα μέρες όπου το εξερεύνησε μαζί με τον Βρετανό φυσιοδίφη Τζόζεφ Τζάκσον Λάιστερ ο οποίος από τα δείγματα βράχων που σύλλεξε, θα επιβεβαιώσει την ύπαρξη καθαρού φωσφορικού ασβεστίου. Το γεγονός αυτό οδήγησε την Βρετανική Αυτοκρατορία, στις 6 Ιουνίου του 1888, να προσαρτήσει το νησί στις κτίσεις της ώστε να αρχίσει η εξόρυξη του φωσφορικού ασβεστίου. Αυτό, θα φέρει και τους πρώτους μόνιμους κάτοικους του νησιού. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, στήθηκε ο οικισμός του Φλάινγκ Φις Κόουβ που παρά την επίσημη ονομασία του, οι κάτοικοι του τον αναφέρουν μέχρι και σήμερα με την ονομασία “Ο Οικισμός (The Settlement). Οι εργάτες που κατέφθασαν στο νησί για την εξόρυξη, ήταν Κινέζοι και Μαλαισιανοί από τις Βρετανικές αποικίες του Χονγκ Κονγκ, της Βρετανικής Μαλαισίας αλλά και της Σιγκαπούρης με τους ελάχιστους Βρετανούς να έχουν κυρίως διοικητικό ρόλο. Από τότε, καθορίστηκε και η πληθυσμιακή σύνθεση του νησιού όπου σήμερα, από τους περίπου δυο χιλιάδες κατοίκους που έχει το νησί, πάνω από το 60% είναι Κινεζικής καταγωγής, το 20% είναι Μαλαισιανής, ενώ οι Αγγλικής καταγωγής κάτοικοι δεν ξεπερνούν το 3%. 

   Η εξόρυξη του φωσφορικού ασβεστίου στο νησί, άρχισε περίπου το 1890. Κατά την διάρκεια του Δευτέρου παγκοσμίου Πολέμου, την 1η Απριλίου του 1942, οι Ιάπωνες εισέβαλαν στο νησί και το κατέκτησαν εύκολα αφού οι τριάντα δύο Βρετανοί στρατιώτες που αμύνθηκαν, δεν είχαν τύχη απέναντι στους οχτακόσιους πενήντα Ιάπωνες. Αν και οι Ιάπωνες το κατέκτησαν για τα κοιτάσματα του φωσφορικού ασβεστίου, δεν κατάφεραν να εξορύξουν μεγάλες ποσότητες μέχρι τον Οκτώβριο του 1945 όπου οι Βρετανοί θα το ανακαταλάβουν. Το 1958, η Κυβέρνηση της Αυστραλίας αιτήθηκε στην Μεγάλη Βρετανία να πάρει την κυριαρχία του από την Σιγκαπούρη η οποία ήταν τότε κομμάτι της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Μετά από συμφωνία των τριών πλευρών, από την 1η Οκτωβρίου του 1958, το νησί αποτελεί έδαφος της Αυστραλίας και σήμερα αποτελεί έναν δασώδη τροπικό παράδεισο ο οποίος επιβιώνει οικονομικά από τον τουρισμό. Χαρακτηριστικό φαινόμενο του νησιού, είναι τα κόκκινα καβούρια που κατά την περίοδο αναπαραγωγής τους πλημμυρίζουν τις ακτές του νησιού από τον Οκτώβριο μέχρι και τον Ιανουάριο. Παρά την ονομασία του νησιού, οι χριστιανοί δεν ξεπερνούν το 9% του πληθυσμού και συμβιώνουν ειρηνικά στην πολυπολιτισμική κοινωνία του. Αν και η επίσημη γλώσσα είναι η Αγγλική, μόλις το 30% του νησιού την έχει ως μητρική αφού κυριαρχούν η Ασιατικές γλώσσες με πρώτη τα Κινέζικα. 
   




   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου