Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Τα Θαλάσσια Περάσματα του Κόσμου

   Μέχρι τον 15ο αιώνα, το εμπόριο ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, γινόταν μέσω του Δρόμου του Μεταξιού. Κομβικό σημείο του, ήταν οι ανατολικές ακτές της Μεσογείου, από όπου τα πλοία φορτώναν τα πολύτιμα αγαθά που έφταναν από τα βάθη της ανατολής για να τα μεταφέρουν στα λιμάνια της Ευρώπης. Από την Ασία προς τις ανατολικές ακτές της Μεσογείου, τα εμπορεύματα, έφταναν κατά την χερσαία διαδρομή, με καραβάνια που διέσχιζαν τις στέπες τις Ασίας με περιορισμένη ικανότητα μεταφοράς και τον κίνδυνο επιθέσεων από ληστές. Κατά την θαλάσσια διαδρομή, τα πλοία έφταναν από τον Ινδικό Ωκεανό στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, και από εκεί, τα εμπορεύματα μεταφερόντουσαν με καραβάνια προς τις ακτές της Μεσογείου. Από τον 11ο αιώνα που αρχίσαν οι Σταυροφορίες, οι συγκρούσεις μεταξύ των τριών μεγάλων θρησκευτικών δογμάτων που είχαν αναπτυχθεί (του Καθολικισμού, της Ορθοδοξίας και του Ισλάμ), μετέβαλαν συνεχώς τις γεωπολιτικές καταστάσεις της ανατολικής Μεσογείου και δυσκόλευαν ολοένα και περισσότερο το εμπόριο. Καθοριστικό γεγονός, ήταν η κατάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Βυζαντινή Αυτοκρατορία) με την Πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1453 από τους Οθωμανούς οι οποίοι έφτασαν να καταλάβουν και τις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, περιορίζοντας έτσι, κατά πολύ το εμπόριο της Ευρώπης. Μιας Ευρώπης που τότε ήταν σε προσπάθεια αναδιοργάνωσης μετά από την πανδημία της μαύρης πανώλης που αφάνισε το ένα τρίτο του πληθυσμού της.  Καθώς πλέον το εμπόριο μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας εξαρτιόταν από τους Οθωμανούς οι οποίοι είχαν ξεκάθαρες βλέψεις να κατακτήσουν και την Ευρώπη, οι Ευρωπαίοι ήταν θέμα χρόνου να αναζητήσουν έναν εναλλακτικό εμπορικό δρόμο προς την Ασία. Ένα πέρασμα που θα τους οδηγούσε εκεί.  

  Το Νοτιοανατολικό Πέρασμα: Από τις αρχές του 15ου αιώνα, οι Πορτογάλοι, αρχίσαν να εξερευνούν τις δυτικές ακτές της Αφρικής αναζητώντας τον θαλάσσιο δρόμο που θα τους οδηγούσε στην Ινδία. Το 1415, όταν οι Πορτογάλοι κατέλαβαν την πόλη της Θεόυτα από τους Μαυριτανούς, η οποία βρίσκεται στις αφρικανικές ακτές της Μεσόγειου αντίπερα του Γιβραλτάρ, εκτός των εμπορευμάτων που ερχόντουσαν από την ανατολή, ανακάλυψαν και τον χρυσό που έφτανε από τον άγνωστο - τότε - νότο της Αφρικής. Αυτό, ενέπνευσε τον Ερρίκο τον Θαλασσοπόρο να οργανώσει τις πρώτες ναυτικές εξερευνητικές αποστολές προς τις αφρικανικές ακτές. Μετά από δεκαετίες εξερευνήσεων, οι Πορτογάλοι ανακάλυψαν το πολυπόθητο πέρασμα από τον Ατλαντικό προς τον Ινδικό, όταν το 1488 ο Βαρθολομαίος Ντιάζ πέρασε το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1498, ο Βάσκο ντα Γκάμα πραγματοποίησε το πρώτο ταξίδι από την Ευρώπη προς την Ινδία ανατρέποντας από τότε για τα καλά τους εμπορικούς συσχετισμούς της εποχής. 

  Το Νοτιοδυτικό Πέρασμα: Τέσσερα χρόνια μετά την ανακάλυψη του Νοτιοανατολικού Περάσματος, το 1492, ο Κολόμβος ανακαλύπτει την Αμερική πιστεύοντας όμως πως είχε φτάσει στην Ασία, μία πεποίθηση που υιοθέτησαν οι Ισπανοί για σχεδόν δέκα χρόνια μέχρι να αντιληφθούν πως τελικά είχαν φτάσει σε έναν νέο Κόσμο. To 1513, ο Ισπανός κατακτητής Βάσκο Νούνιεθ δε Μπαλμπόα, εξερευνώντας την Κεντρική Αμερική, φτάνει στις δυτικές ακτές της και γίνεται ο πρώτος Ευρωπαίος που βλέπει τον Ειρηνικό Ωκεανό. Αυτό, έδωσε το έναυσμα στους Ισπανούς να αναζητήσουν ένα θαλάσσιο πέρασμα μέσω του Νέου Κόσμου που θα τους οδηγούσε προς την Ασία, χωρίς να παραβούν την Συνθήκη της Τορδεσίγιας που είχαν συνυπογράψει με τους Πορτογάλους. Μέχρι το 1516, είχαν φτάσει μέχρι το Ρίο δε λα Πλάτα, με την αποστολή του Χουάν Διάζ δε Σολίς ο οποίος κατά την εξερεύνηση σκοτώθηκε από τους ιθαγενείς. Μετά τον Κολόμβο, οι Ισπανοί, δέχθηκαν ακόμη ένα “δώρο” από τους Πορτογάλους το 1517, όταν ο Πορτογάλος Φερδινάνδος Μαγγελάνος, προσχώρησε στους Ισπανούς έχοντας ήδη έτοιμο το σχέδιο που απέρριψε ο Πορτογάλος Βασιλιάς, το οποίο ήταν η εύρεση του Νοτιοδυτικού Περάσματος. Ισπανός Βασιλιάς, ενέκρινε το σχέδιο του και, αναθέτοντας του την αποστολή, το 1520, ο Μαγγελάνος ανακάλυψε το Νοτιοδυτικό Πέρασμα, μέσω του πορθμού που σήμερα έχει το όνομα του. Το 1525, ο Ισπανός θαλασσοπόρος Φρανθίσκο δε Ότσες, σε μια προσπάθεια του να βρει τον Πορθμό του Μαγγελάνου, παρασύρθηκε νοτιότερα παρατηρώντας πως νοτιά της Γης του Πυρός, υπήρχε ένα ακόμα θαλάσσιο άνοιγμα το οποίο όμως δεν πέρασε λόγω των αντίξοων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην περιοχή. Το ίδιο συνέβη και το 1578 με τον Άγγλο θαλασσοπόρο Φράνσις Ντρέικ από τον οποίο πήρε το όνομα του και σήμερα το γνωρίζουμε ως Πέρασμα του Ντρέικ. Ο πρώτος καταγεγραμμένος ιστορικά θαλασσοπόρος που το πέρασε, ήταν ο Ολλανδός Βίλεμ Σχάουτεν το 1616. 

  Το Βορειοανατολικό Πέρασμα: Καθώς οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί είχαν βρει τα δικά τους περάσματα προς την Ασία στα οποία μονοπωλούσαν (οι Πορτογάλοι στο νοτιοανατολικό και οι Ισπανοί στο νοτιοδυτικό), οι χώρες της βόρειας Ευρώπης, θέλοντας να μπουν και εκείνες στο Ασιατικό εμπόριο, άρχισαν να αναζητούν ένα νέο πέρασμα βόρεια της Ευρασίας. Ο πρώτος που έθεσε την ιδέα για την εύρεση του Βορειοανατολικού Περάσματος, ήταν ο Ρώσος διπλωμάτης, Ντιμίτρι  Γερασίμοβ, το 1525. Οι Ρώσοι όμως, άρχισαν να εξαπλώνονται ανατολικά μέσω της Σιβηρίας, φτάνοντας μέχρι και την Αλάσκα. Οι Ευρωπαίοι, πραγματοποίησαν διαδοχικές προσπάθειες για την Εύρεση το Περάσματος. Μία από τις πιο αξιοσημείωτες, ήταν εκείνη του Βίλεμ Μπάρεντζ, ο οποίος ξεκίνησε από την Ολλανδία και έφτασε μέχρι το νησί Νόβαγια Ζεμλιά. Ο Βίτους Μπέριγκ και ο Τζέιμς Κουκ, επιχείρησαν να βρουν το πέρασμα το 1728 και το 1778 αντίστοιχα, αρχίζοντας την εξερεύνηση από την ανατολική του είσοδο, μέσω του Βερίγγειου Πορθμού, χωρίς όμως επιτυχία. Αν και υπάρχουν αναφορές πως ο πρώτος που διέπλευσε το Βορειοανατολικό Πέρασμα ήταν ο Πορτογάλος Δαβίδ Μελγκέιρο το 1660 με ένα Ολλανδικό πλοίο, τα ελλείπει ιστορικά στοιχεία, καθιστούν το γεγονός αμφισβητούμενο. Ο πρώτος πιστοποιημένος διάπλους του Βορειοανατολικού Περάσματος, πραγματοποιήθηκε το 1878 από τον Φινλανδό θαλασσοπόρο Άντολφ Νόρντενσκιολντ. Το πέρασμα αυτό όμως, δεν ωφέλησε τα εμπορικά πλοία διότι οι παγωμένες θάλασσες των Αρκτικών περιοχών, πέρα από την επικινδυνότητα τους, καθυστερούσε κατά πολύ τα ταξίδια προς την Ασία σε σχέση με το Νοτιοανατολικό Πέρασμα. 

  Το Βορειοδυτικό Πέρασμα: Το 1524, Ο Βασιλιάς της Ισπανίας Κάρολος ο Πέμπτος, μετά την εύρεση του Νοτιοδυτικού Περάσματος, έστειλε τον υπό την υπηρεσία του Πορτογάλο θαλασσοπόρο Εστεβάο Γκομέζ, να βρει ένα θαλάσσιο πέρασμα προς τα Νησιά των Μπαχαρικών, βόρεια του Νέου Κόσμου, καθώς το Νοτιοδυτικό Πέρασμα, εκτός της μεγάλης απόστασης που είχαν να διανύσουν τα πλοία, είχαν να αντιμετωπίσουν και τις δυσχερείς καιρικές συνθήκες της περιοχής. Τις ίδιες συνθήκες όμως, ο Εστεβάο Γκομέζ, αντιμετώπισε και κατά την αναζήτηση του περάσματος στις ανατολικές ακτές του σημερινού Καναδά, κάτι που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει την προσπάθεια. Για αιώνες, είχαν πραγματοποιηθεί αρκετές προσπάθειες για την εύρεση του περάσματος, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 1845, ο Τζον Φράνκλιν, έφτασε κοντά στην εύρεση του περάσματος αλλά τα πλοία του παγιδεύτηκαν στους πάγους και αποστολή απέτυχε με τον Φράνκλιν να πεθαίνει πάνω στην προσπάθεια και όσοι επέζησαν από το πλήρωμα του να προσπαθούν να διαφύγουν πεζοί κατευθυνόμενοι προς τον νότο. Ο Ιρλανδός εξερευνητής Ρόμπερτ Μακ Κλουρ, αναζητώντας τον Φράνκλιν (μέχρι τότε, κανείς δεν γνώριζε για την τύχη του), έγινε ο πρώτος που βρήκε το πέρασμα, το οποίο όμως εν μέρη πέρασε με πλοίο και εν μέρη με έλκηθρο. Ο πρώτος που πέρασε το Βορειοανατολικό πέρασμα εξ ολοκλήρου με πλοίο, ήταν ο Νορβηγός Ρόαλντ Άμουδσεν το 1906, σε ένα ταξίδι όμως που διήρκεσε τρία χρόνια.  Το Βορειοδυτικό με το Βορειοανατολικό Πέρασμα, προς τον Ειρηνικό Ωκεανό, έχουν κοινή είσοδο τον Βερίγγειο Πορθμό. Η μεταξύ τους απόκλιση, δεν είναι τόσο μεγάλη όσο φαντάζει σε έναν μερκατορικό χάρτη, διότι οι πορείες και των δύο βρίσκονται κοντά στον Βόρειο Πόλο. Αν δεν υπήρχαν οι πάγοι, τα δύο αυτά περάσματα θα μπορούσαν να είναι ένα, που θα διέρχονταν από τον Αρκτικό Ωκεανό. 



  Από τα τέσσερα μεγάλα περάσματα του Κόσμου, το Βορειοανατολικό και το Βορειοδυτικό, λόγω των πάγων και των πολικών καιρικών συνθηκών, δεν εξυπηρέτησαν ποτέ την ναυσιπλοΐα. Το θαλάσσιο εμπόριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας, πραγματοποιούνταν κυρίως μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας ακόμα και για τις πιο ανατολικές χώρες της Ασίας καθώς η εναλλακτική διαδρομή μέσω του Νοτιοδυτικού Περάσματος (Πορθμός του Μαγγελάνου), υποχρέωνε τα πλοία, να κατευθύνονται αρκετά νότια στον Ατλαντικό Ωκεανό και έπειτα να διασχίσουν ολόκληρο τον Ειρηνικό. Μια εναλλακτική λύση, δόθηκε το 1869 με την δημιουργία της Διώρυγας του Σουέζ η οποία πλέον δίνει την δυνατότητα στα πλοία που ταξιδεύουν μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας, να αποφεύγουν τον περίπλου της Αφρικής.  Τον 19ο αιώνα, με τις χώρες της Βόρειας Αμερικής να ακολουθούν την Βιομηχανική Επανάσταση φτάνοντας στο σημείο να εξάγουν τα προϊόντα τους σε όλο τον κόσμο, δημιουργήθηκε η ανάγκη δημιουργίας ενός πιο προσιτού θαλάσσιου περάσματος καθώς τα πλοία που ήθελαν να πλεύσουν από τις ανατολικές ακτές της Βόρειου Αμερικής προς την Ασία ή τα πλοία που ήθελαν να πλεύσουν από τις δυτικές ακτές της Βορείου Αμερικής προς την Ευρώπη, έπρεπε να περάσουν από τον Πορθμό του Μαγγελάνου, περιπλέοντας έτσι σχεδόν ολόκληρη την Αμερικανική ήπειρο. Η λύση δόθηκε το 1914 με την διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου