Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Άμπελ Τάσμαν

Ο Ολλανδός θαλασσοπόρος που ανακάλυψε την Τασμανία, την Νέα Ζηλανδία και τις βόρειες ακτές της Αυστραλίας




  Στις αρχές του 17ου αιώνα, η Ολλανδική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών, μετά την ίδρυση της άρχισε την δράση της στον Ινδικό Ωκεανό, προσπαθώντας να σπάσει το εμπορικό μονοπώλιο των Πορτογάλων και να δημιουργήσει τις δικές της αποικίες στην Νότια Ασία. Μέχρι το 1640, οι Ολλανδοί είχαν ήδη εξαπλωθεί εμπορικά από την Ινδονησία μέχρι και την Ιαπωνία. Οι πολεμικές εμπλοκές όμως ήταν αναπόσπαστο μέρος αυτής της εξάπλωσης καθώς οι Ολλανδοί είχαν να αντιμετωπίσουν τους αυτόχθονες πολιτισμούς αλλά και τους εμπορικούς αντιπάλους τους, Πορτογάλους, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με αποτυχία. Το συμβούλιο της Εταιρίας, θέλοντας να ενισχύσει την δράση του στην νοτιοανατολική Ασία, αποφάσισε να στείλει μια ναυτική αποστολή προς την ανατολή, εξερευνώντας περισσότερο τα εδάφη που είχε ανακαλύψει πριν από πολλά χρόνια ο Βίλεμ Γιάνσζουν, αναζητώντας νέα πλουτοπαραγωγικά εδάφη. Η αποστολή αυτή, ανατέθηκε στον Άμπελ Τάσμαν. 

  Ο Άμπελ Τάσμαν, γεννήθηκε ένα χρόνο μετά την ίδρυση της Ολλανδικής Εταιρίας, το 1603, σε ένα χωριό κοντά στο Χρόνινγκεν της Ολλανδίας, το Λέτσεγαστ. Από το 1633 ζούσε στην Μπατάβια (σημερινή Τζακάρτα της Ινδονησίας) υπηρετώντας στα πλοία της Εταιρίας. Στις 14 Αυγούστου του 1642, με δύο πλοία, απέπλευσε από την Μπατάβια κατευθυνόμενος αρχικά προς το Νησί του Μαυρίκιου όπου και έφτασε μετά από περίπου είκοσι μέρες. Οι λόγοι που έπλευσε αρχικά προς τον Μαυρίκιο, ήταν πως εκεί υπήρχαν άφθονες προμήθειες ώστε να προετοιμάσει την αποστολή του κατά τον καλύτερο τρόπο αλλά και για να ωφεληθεί από τους εποχικούς ανέμους όπου εκείνη την περίοδο αλλάζουν και αρχίζουν να φυσούν προς τα ανατολικά.  Μετά από ένα μήνα, αφού πλέον η αποστολή ήταν έτοιμη και οι άνεμοι αρχίσαν να γίνονται ευνοϊκοί, τα πλοία απέπλευσαν από τον Μαυρίκιο στις 8 Οκτωβρίου του 1642 πλέοντας νοτιοανατολικά.

   Μετά από έναν μήνα πλεύση, ο Τάσμαν είχε φτάσει να πλέει κατά πολύ νοτιότερα των ακτών της Αυστραλίας ώστε να μην τις δει, φτάνοντας έτσι στις δυτικές ακτές ενός νησιού που αργότερα θα πάρει το όνομα του. Την Τασμανία. Την οποία αντίκρισε για πρώτη φορά στις 24 Νοεμβρίου του 1642. Πλέοντας νότια και κατά μήκος των ακτών, έφτασε στο νοτιότερο άκρο του νησιού και συνέχισε πλέοντας προς τις ανατολικές ακτές όπου και ανακάλυψε έναν κόλπο. Στον κόλπο αυτό, ο Τάσμαν έκανε την πρώτη προσπάθεια να αποβιβαστεί. Μια καταιγίδα όμως, τον εμπόδισε. Λόγω του γεγονότος αυτού, ο Τάσμαν ονόμασε τον κόλπο, Κόλπο της Καταιγίδας (Storm Bay), ένα όνομα που διατηρείται μέχρι και σήμερα. Δύο μέρες μετά, έχοντας φτάσει βόρεια του Ακρωτηρίου Φρέντερικ Χέντρικ, κατάφερε να γίνει ο πρώτος Ευρωπαίος που αποβιβάστηκε στην Τασμανία, στις 2 Δεκεμβρίου του 1642. Την επόμενη μέρα, δοκίμασε να αποβιβαστεί ξανά στο νησί για να στήσει την Ολλανδική σημαία και να κατοχυρώσει την νέα αυτή γεωγραφική ανακάλυψη. Η φουσκοθαλασσιά όμως που είχε δημιουργηθεί στην περιοχή, καθιστούσε αδύνατη την χρήση βαρκών ώστε οι Ολλανδοί να μην μπορούν να ξαναβγούν στην ακτή. Τότε, ένας ηρωικός ξυλουργός, βούτηξε στην θάλασσα με την Ολλανδική σημαία, κολύμπησε μέχρι της ακτές και την έστησε κηρύσσοντας την Τασμανία, ως Ολλανδική γη.  

   Στην συνέχεια του ταξιδιού, ο Τάσμαν, σχεδίαζε να πλεύσει βόρεια, κάτι που θα τον οδηγούσε στην ανακάλυψη των νότιων ακτών της Αυστραλίας. Εκείνη την περίοδο όμως, στην ευρύτερη περιοχή, επικρατούσαν ισχυροί Δυτικοί άνεμοι που τον ανάγκασαν να συνεχίσει ανατολικά, φτάνοντας έτσι στις βορειοδυτικές ακτές της Νοτίας Νήσου της Νέας Ζηλανδίας, στις 13 Δεκεμβρίου του 1642. Ο Τάσμαν, πίστεψε πως είχε φτάσει στις δυτικές ακτές του νοτίου άκρου της Νότιας Αμερικής. Πλέοντας βόρεια, επιχείρησε να αποβιβαστεί. Καθώς όμως οι βάρκες πήγαιναν να βγουν στην ακτή, δέχθηκαν επίθεση από τους Μαορί, με συνέπεια να σκοτωθούν τέσσερις από τους άνδρες του. Αφού οι βάρκες υποχώρησαν, ο Τάσμαν συνέχισε να πλέει βορειότερα επιχειρώντας μία ακόμη προσπάθεια αποβίβασης η οποία απέτυχε και αυτή, με τους Μαορί να επιτίθενται και πάλι. Εγκαταλείποντας κάθε προσπάθεια αποβίβασης, ο Τάσμαν συνέχισε να πλέει βόρεια και κατά μήκος των ακτών, περνώντας στην Βόρεια Νήσο της Νέας Ζηλανδίας, νομίζοντας όμως πως οι ακτές ήταν συνεχόμενες καθώς δεν είχε αντιληφθεί τον πορθμό μεταξύ των δύο νησιών (σημερινός Πορθμός Κουκ), τον οποίο νόμισε ως όρμο. Έχοντας φτάσει πλέον στο βορειότερο σημείο της Βόρειας Νήσου, στο Ακρωτήριο Ρέινγκα, ακολούθησε βορειοανατολική πορεία, φτάνοντας στα Νησιά Τόνγκα. Από εκεί, έπλευσε προς την Μπατάβια περνώντας από τα νησιά Φίτζι στα οποία, λόγω των πολλών υφάλων, τα πλοία κινδύνεψαν να ναυαγήσουν. Ο Τάσμαν, επέστρεψε στην Μπατάβια, στις 15 Ιουνίου του 1643, έχοντας κάνει έναν ανοιχτό περίπλου της Αυστραλίας, χωρίς όμως να την βρει ποτέ. 



   Το επόμενο έτος, η Ολλανδική Εταιρία των Ανατολικών Ινδιών, ανέθεσε στον Τάσμαν ένα ακόμη ταξίδι προς τις ανατολικές θάλασσες της Ασίας. Ο Τάσμαν απέπλευσε και πάλι από την Μπατάβια στις 30 Ιανουαρίου του 1644, με τρία πλοία. Αυτή την φορά έπλευσε νότια της Ιάβα, ακολουθώντας νοτιοανατολική πορεία φτάνοντας στο Βορειοδυτικό Ακρωτήριο της Αυστραλίας. Από εκεί, έπλευσε κατά μήκος των βόρειων ακτών της Αυστραλίας χαρτογραφώντας τες. Όταν έφτασε στις δυτικές ακτές της Χερσονήσου του Ακρωτηρίου Γιορκ, έπλευσε βόρεια φτάνοντας στις νότιες ακτές του νησιού της Νέας Γουινέας χωρίς όμως να αντιληφθεί το Πορθμό του Τόρες, πιστεύοντας πως η Αυστραλία και η Νέα Γουινέα, ήταν μία ενιαία γη, δίνοντας το πρώτο όνομα της Αυστραλίας ως Νέα Ολλανδία. Καθώς πλέον είχε φτάσει σε περιοχές που ήδη είχαν εξερευνηθεί, επέστρεψε στην Μπατάβια όπου και έφτασε τον Αύγουστο του 1644. Παρόλο που ο Τάσμαν κατάφερε σημαντικές γεωγραφικές ανακαλύψεις για την εποχή, κατά την Ολλανδική Εταιρία, και οι δύο αποστολές του ήταν αποτυχημένες καθώς δεν βρέθηκε κάποια περιοχή η οποία θα ωφελούσε την εμπορική ανάπτυξη των Ολλανδών. Από τότε, οι Ολλανδοί δεν πραγματοποίησαν άλλη ναυτική αποστολή προς τις - αδιάφορες κατά εκείνους - περιοχές αυτές, αφήνοντας έτσι τον χώρο στους Άγγλους, μετά από έναν αιώνα και πλέον, να τις αποικίσουν με την άφιξη του Τζέιμς Κουκ. 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου