Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Πυθέας ο Μασσαλιώτης: Ο Αρχαίος Έλληνας θαλασσοπόρος που εξερεύνησε τις Υπερβόρειες Θάλασσες.


Το 600 π.χ. περίπου, κοντά στις εκβολές του Ροδανού ποταμού στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται η περιοχή της Προβηγκίας στις ακτές της νότιας Γαλλίας, κατά τον Δεύτερο Ελληνικό Αποικισμό, είχε ιδρυθεί από τους Φωκαείς, μία από τις σπουδαιότερες Ελληνικές αποικίες. Αυτή ήταν η πόλη της Μασσαλίας. Η Μασσαλία σύντομα εξελίχθηκε σε ένα σημαντικό θαλάσσιο εμπορικό κέντρο. Τον 4ο αιώνα π.χ., ο έντονος εμπορικός ανταγωνισμός μεταξύ των Ελληνικών πόλεων-κρατών και των Καρχηδόνιων είχε περάσει και σε γεωπολιτικό επίπεδο. Οι Καρχηδόνιοι ήδη είχαν επεκταθεί στις βόρειες ακτές της Αφρικής από το σημερινό Μαρόκο μέχρι και την σημερινή περιοχή της δυτικής Λιβύης. Θέλοντας λοιπόν να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της Μεσογείου, κατέλαβαν το πέρασμα του Γιβραλτάρ και τις νότιες ακτές της Ιβηρικής χερσονήσου, λεηλατώντας μάλιστα και δύο αποικίες των Μασσαλιωτών στην Ιβηρική χερσόνησο, την Μαινάκη και το Ημεροσκόπειον. Επίσης είχαν καταφέρει να ελέγχουν και όλα τα περάσματα από την Κορσική μέχρι και εκείνο μεταξύ της δυτικής Σικελίας και της Τυνησίας όπου εκεί τότε βρισκόταν η πόλη της Καρχηδόνας, υποβάλλοντας έτσι την Μασσαλία σε πλήρη ναυτικό αποκλεισμό από τις υπόλοιπες Ελληνικές πόλεις.
   Η πρώτη λύση διεξόδου προς την θάλασσα που σκέφτηκαν οι Μασσαλιώτες, ήταν μέσω των ποταμών της κεντρικής Ευρώπης προς τον Ατλαντικό ωκεανό. Αλλά οι σημαντικές απώλειες που είχαν τα πλοία τους από τις ενέδρες που έστηναν εχθρικές φυλές, έκαναν τους Μασσαλιώτες να εγκαταλείψουν σύντομα την ιδέα αυτή. Η ανάγκη όμως για εύρεση θαλάσσιων εμπορικών δρόμων παρέμενε και με τον καιρό γινόταν όλο και εντονότερη. Τότε οι Μασσαλιώτες έμποροι στράφηκαν σε έναν σπουδαίο ναυτικό και γεωγράφο ο οποίος θα αναλάμβανε να βρει νέους θαλάσσιους δρόμους που θα τόνωναν και πάλι το εμπόριο της πόλης. Αυτός ήταν ο Πυθέας.


  Με δύο πλοία πεντηκόντορους και ογδόντα άνδρες για πλήρωμα, ο Πυθέας αναχώρησε το 331 π.χ. από το λιμάνι της Μασσαλίας, κατευθυνόμενος δυτικά και κατά μήκος των νότιων ακτών της Ιβηρικής χερσονήσου. Υπό τον κίνδυνο η αποστολή να δεχθεί επίθεση από τα πλοία των Καρχηδόνιων, τα δύο πλοία του Πυθέα, έπλεαν με την συνοδεία πολεμικών πλοίων μέχρι να απομακρυθούν από τις περιοχές που έλεγχαν οι Καρχηδόνιοι. Φτάνοντας στον πορθμό του Γιβραλτάρ, η νηοπομπή των Μασσαλιωτών ήρθε αντιμέτωπη με τα Καρχηδονικά πλοία που περιπολούσαν την περιοχή. Οι Μασσαλιώτες όμως, όντας καλύτεροι ναυτικοί και ναυμάχοι, έτρεψαν τα εχθρικά πλοία σε φυγή, καταλαμβάνοντας μάλιστα και δύο από αυτά. Το γεγονός αυτό, έκανε τους Καρχηδόνιους να πιστέψουν πως τα πλοία που συνόδευαν τον Πυθέα, ήταν μόλις τα πρώτα πλοία που είχαν φτάσει από μια γενικευμένη επίθεση των Μασσαλιωτών εναντίων τους. Έτσι, οι Καρχηδόνιοι στράφηκαν στην οχύρωση των πόλεων τους. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την σύγχυση αλλά και την ανικανότητα των Καρχηδόνιων να πλέουν νύχτα, ο Πυθέας πέρασε τον Πορθμό του Γιβραλτάρ και τα πολεμικά πλοία που τον συνόδευαν επέστρεψαν στην Μασσαλία με την λεία τους. 

   Τα δύο πλοία του Πυθέα, συνέχισαν το ταξίδι τους κάνοντας τον περίπλου της Ιβηρικής χερσονήσου και περνώντας τον Βισκαϊκό κόλπο, έφτασαν στην Βρετάνη. Εκεί, ο Πυθέας,  έκανε τις πρώτες σπουδαίες για την εποχή παρατηρήσεις του. Κατέγραψε το φαινόμενο της παλίρροιας και έδωσε πρώτος την εξήγηση πως αυτό οφείλεται στις κινήσεις της Σελήνης και των ουρανίων σωμάτων. Κατέγραψε επίσης το θαλάσσιο ρεύμα της περιοχής, έτσι ώστε να το εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κατά την συνέχεια του ταξιδιού του. Το σημαντικότερο όμως, το οποίο είχε να κάνει με την εμπορική επιτυχία της αποστολής, είναι πως εκεί βρέθηκαν αυτόχθονες που έκαναν εξόρυξη κασσιτέρου. Αν και ο Πυθέας είχε κάθε λόγο πλέον να πάρει τον δρόμο της επιστροφής, συνέχισε το ταξίδι του, πλέοντας βόρεια μέχρι που έφτασε στις ακτές της Κορνουάλης (νοτιοδυτικό άκρο της Αγγλίας).

   Στην Κορνουάλη ο Πυθέας ανακάλυψε μία ακόμα πηγή κασσιτέρου. Εξερεύνησε τα νησιά δυτικά του ακρωτηρίου τα οποία και ονόμασε Οιστρυμίδες Νήσους. Τα νησιά αυτά σήμερα είναι γνωστά ως Νησιά Σίλι (Isles of Scilly). Από την Κορνουάλη, ο Πυθέας έκανε τον περίπλου της Αλβιώνας (σημερινή Μεγάλη Βρετανία), καταγράφοντας και εξερευνώντας αρκετά μέρη του νησιού, όπως και τον ποταμό Τάμεση, αρκετούς αιώνες πριν κατοικηθεί η περιοχή που σήμερα βρίσκεται η πόλη του Λονδίνου. Φτάνοντας και πάλι στην Κορνουάλη, ο Πυθέας γίνεται ο πρώτος που καταγράφει την Μεγάλη Βρετανία ως νησί, υπολογίζοντας μάλιστα την περίμετρο της με απόκλιση μόλις 2,5 τοις εκατό από την πραγματική. 

   Από την Κορνουάλη, κατευθύνθηκε ανατολικά, πέρασε τον πορθμό του Ντόβερ φτάνοντας στις εκβολές του ποταμού Έλβα τον οποίο και εξερεύνησε αναζητώντας δίοδο προς την Μαύρη θάλασσα. Στον Έλβα, ο Πυθέας και οι άνδρες του ήρθαν σε επαφή με διάφορες φυλές ιθαγενών προσεγγίζοντας τες ειρηνικά. Ο Πυθέας, βλέποντας πως δεν μπορούσε να βρεθεί δίοδος από τον Έλβα, έπλευσε προς την Βόρεια Θάλασσα και κατευθύνθηκε προς την Βαλτική, φτάνοντας μέχρι τα νησιά Ώλαντ που βρίσκονται στις νοτιοδυτικές ακτές της Φινλανδίας. Εκεί ο Πυθέας έψαξε και πάλι για κάποια δίοδο προς την Μαύρη θάλασσα. Ψάχνοντας και εξερευνώντας μέσα σε μια πλειάδα από νησιά, ποτάμια και βάλτους που φάνταζαν χωρίς τέλος, οι άνδρες του Πυθέα, άρχισαν να εξαντλούνται. Βλέποντας πως οι προσπάθειες του δεν απέδιδαν καρπούς, αποφάσισε να συνεχίσει το ταξίδι του περνώντας στις απέναντι ακτές, εκεί που σήμερα βρίσκεται η περιοχή της Στοκχόλμης, συνεχίζοντας μέχρι τις νότιες ακτές της Νορβηγίας. Τα έντονα καιρικά φαινόμενα που συνάντησε εκεί, τον προέτρεψαν να εγκαταλείψει την περιοχή και να επιστρέψει στην Κορνουάλη. 

   Φτάνοντας και πάλι στην Κορνουάλη, συνέχισε το ταξίδι του πλέοντας αυτή την φορά βόρεια. Διέσχισε την Ιρλανδική θάλασσα και συνέχισε φτάνοντας στις Ορκάδες νήσους (σημερινά Orkney Islands) όπου εκεί ανεφοδίασε τα πλοία του. Από εκεί ο Πυθέας με τα πλοία του συνέχισε το ταξίδι του ακόμα βορειότερα, σαν να ήθελε να φτάσει στην βόρεια άκρη του κόσμου. Έφτασε σε ένα νησί που ο ίδιος ονόμασε Θούλη. Για το ποιο ήταν το νησί της Θούλης, κανείς δεν γνωρίζει. Οι εικασίες των ερευνητών ξεκινούν από τα Νησιά Φερόε και φτάνουν μέχρι και την Γροιλανδία. Συνεχίζοντας βόρεια του νησιού αυτού, ο Πυθέας γίνεται ο πρώτος που περιγράφει τους Πολικούς πάγους ως μια πυκνόρρευστη μάζα όπου εκεί κανείς δεν μπορεί να πλεύσει και πως το κυρίαρχο στοιχείο ήταν το ψύχος. Ο Πυθέας επίσης περιέγραψε για πρώτη φορά τον Μεσονύκτιο Ήλιο, κάτι που μαρτυρά πως πέρασε βόρεια του Αρκτικού Κύκλου όπου εκεί τους θερινούς μήνες ο Ήλιος δεν δύει.  

   Οι παρατηρήσεις του Πυθέα διασώθηκαν από αντιγραφές αποσπασμάτων που έκαναν μεταγενέστεροι συγγραφείς όπως ο Διόδωρος, ο Πλίνιος και ο Στράβων. Ο Στράβων μάλιστα, χρησιμοποίησε αποσπάσματα από τις παρατηρήσεις αυτές, ειρωνευόμενος και παρουσιάζοντας τες ως παράλογες, καθώς τα φαινόμενα που είχε περιγράψει ο Πυθέας ήταν ακατανόητα και πρωτοφανή για τους πολιτισμούς της Μεσογείου. Έστω και με αυτόν τον τρόπο όμως, τα κείμενα του Στράβων μας φέρνουν στο φως πολύτιμα στοιχεία για το ταξίδι του Πυθέα. Αν αναλογιστούμε την έκταση του ταξιδιού αυτού παρά τις δυσκολίες και τις αντιξοότητες που συνάντησαν ο Πυθέας και οι ναύτες του, αλλά και τις πολύτιμες πληροφορίες που άφησε ως παρακαταθήκη για τους μεταγενέστερους γεωγράφους και εξερευνητές, δικαίως το ταξίδι αυτό θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα της Ιστορίας των Ναυτικών Ανακαλύψεων, όπως και ο Πυθέας ένας από τους σπουδαιότερους θαλασσοπόρους εξερευνητές. 






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου